γεραιόφλοιος

γεραιό-φλοιος, ον,
A with old, wrinkled skin,

σῦκα AP6.102

(Phil.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γεραιόφλοιος — γεραιόφλοιος, ον (Α) (για δέντρο) με γέρικο φλοιό, γεμάτο ρυτίδες …   Dictionary of Greek

  • γεραιόφλοια — γεραιόφλοιος with old neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φλοιός — Με τον όρο αυτό χαρακτηρίζεται το εξωτερικό περίβλημα του κορμού ή των κλαδιών του δέντρου, το περίβλημα των καρπών, το εξωτερικό στρώμα της γήινης σφαίρας, η φαιά ουσία που περιβάλλει τα ημισφαίρια του εγκεφάλου, η εξωτερική στιβάδα των… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.